ΕιρΡοδου 66/2017: Σύζυγος εγγυητής για χρέος οικογενειακών αναγκών παραιτούμενος από ένσταση δίζησης

ΕιρΡοδου 66/2017 ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Ένσταση ύπαρξης δόλου του εγγυητή κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών ως προς τη μεταγενέστερη αδυναμία αποπληρωμής τους. Για τον/την σύζυγο που εγγυήθηκε για χρέος του/της συζύγου παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και άρα ευθυνόμενος αυτοτελώς,

καταρχήν δεν ασκεί νομική επιρροή το ύψος των εισοδημάτων του/της πρωτοφειλέτη συζύγου (ΕιρΡοδου 4/2017 http://dikastis.blogspot.gr/2017/03/42017-38692010.html)  .  Ωστόσο, διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το χρέος αφορούσε την κάλυψη τρεχουσών οικογενειακών αναγκών όπως είναι η στέγαση, διότι τότε, με βάση την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές δαπάνες (1389 ΑΚ), ευλόγως ο εγγυητής σύζυγος αναμένει την οικονομική συνδρομή από τον πρωτοφειλέτη σύζυγο, είτε διά της χορήγησης από τον τελευταίο προς τον εγγυητή σύζυγο των χρημάτων που βάσει των οικονομικών δυνάμεών του, του αναλογούν, ώστε ο εγγυητής σύζυγος να καταβάλει τα χρήματα στον δανειστή είτε καταβάλλοντας το χρέος ως τρίτος στον πιστωτή προς εκπλήρωση της αυτοτελούς υποχρέωσης του εγγυητή συζύγου του. Διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να αναζητηθούν από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και να προσκομιστούν, βάσει του άρθρου 232 παρ. 1 περ.β ΚΠολΔ, το οποίο στην εκουσία δικαιοδοσία δύναται να εφαρμοστεί και αυτεπαγγέλτως (744 ΚΠολΔ) τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν τα εισοδήματα αμφοτέρων των συζύγων.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

66 / 2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ

Αρ. Εκθ. Καταθ. ….

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δόκιμο Ειρηνοδίκη Παναγιώτη Σίσκο και τον Γραμματέα Τηλέμαχο Χατζηιωαννίδη

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 26-04-2017 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ……… του ….. κατοίκου Ρόδου οδός ….. ΑΦΜ ……. που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας Δικηγόρου ….

ΤΗΣ ΜΕΤΕΧΟΥΣΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …. που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……. νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου ……

Η αιτούσα με την από ….. και με αριθμό κατάθεσης  …… αίτησή της ζήτησε τα σε αυτή αναφερόμενα. Δικάσιμος για τη συζήτηση της παρούσας ορίστηκε η στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, κατά την οποία ακολούθησε συζήτηση αυτής, όπως σημειώνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.

Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη συζήτηση της αίτησης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν έγγραφες Προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 «Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει και ότι προϋπόθεση  υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 είναι η έλλειψη δόλου ως προς την προαναφερθείσα μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Ο δόλος διακρίνεται σε άμεσο και ενδεχόμενο. Άμεσος δόλος υπάρχει όταν το πρόσωπο εν γνώσει της παρανομίας επιδιώκει το αποτέλεσμα ή όταν το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια και το αποδέχεται. Ενδεχόμενος είναι ο δόλος όταν το πρόσωπο προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του και το αποδέχεται (Κουμάνης σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 330, αρ. 14). Η έννοια του δόλου κατευθύνεται στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας. Δηλαδή στα πλαίσια του Ν.3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί εκ δόλου και υπό τις δύο άνω μορφές, όταν με την εν γένει συμπεριφορά του είτε αρχική (κατά την ανάληψη του χρέους) είτε επιγενόμενη (μετά την ανάληψη του χρέους)  συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των  ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του. (Α. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών  υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2016, σελ. 49-53). Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος.  Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.  Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί  δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε  κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει    αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου  συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων  την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων  του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού  ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων  αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.  (AΠ 153/2017, Ειρην Ιλίου 405/2014, Ειρην Αθην 274/2012, ΕιρΝ 85/2012, Ειρην Φλωρ 1/2012).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 847, 850, 851, 852, 853, 855, 857 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης έχει χαρακτήρα παρεπόμενο σε σχέση με την κύρια οφειλή και επικουρικό. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας συνίσταται στο ότι η υποχρέωση του εγγυητή εξαρτάται από τη γένεση, το κύρος, την έκταση, τη δυνατότητα πραγμάτωσης και την απόσβεση της κύριας οφειλής.   Το στοιχείο της επικουρικότητας από την άλλη πλευρά συνίσταται στη δυνατότητα να διωχθεί ο εγγυητής μόνον εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από την περιουσία του πρωτοφειλέτη (ένσταση δίζησης). Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της εγγύησης δεν δύναται να παρακαμφθεί ούτε με σύμβαση (εκτός κι αν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής θα ευθύνονται εις ολόκληρον οπότε όμως τότε δεν θα υφίσταται εγγύηση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση). Αντιθέτως, ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης δύναται να παρακαμφθεί διά της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, οπότε τότε ο δανειστής μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα ή διαδοχικά κατά του οφειλέτη και του εγγυητή, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή αλλά η εγγύηση διατηρεί τον παρεπόμενο χαρακτήρα της σε σχέση με την κύρια οφειλή (εξάρτηση της εγγύησης από τη γένεση, το κύρος, της έκταση κλπ. της κύριας οφειλής. (βλ. Καραγκουνίδη σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Ι, Εισαγ Παρατ. άρθρα 847-870 ΑΚ αρ. 6-11, άρθρο 855 αρ. 1-2, άρθρο 857 αρ. 2-3) [ΕιρΡοδου 4/2017 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Έτσι, η διαπίστωση ότι κατά το χρόνο παροχής της εγγύησης ο εγγυητής νόμιζε ότι ο πρωτοφειλέτης θα είχε τη δυνατότητα,  λόγω της τότε οικονομικής του κατάστασης, να αποπληρώνει και στο μέλλον τα χρέη στα οποία ήταν ο πρωτοφειλέτης, δεν έχει νομική σημασία, καθώς ο δανειστής (λόγω της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως) έχει τη δυνατότητα να στραφεί εναντίον του, χωρίς πρώτα να πρέπει να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη.

ΙΙΙ. Η ως άνω διαπίστωση ισχύει κατ’ αρχήν και όταν πρωτοφειλέτης και εγγυητής είναι σύζυγοι, καθώς  από τις απορρέουσες από τα άρθρα 1386, 1387, 1389 ΑΚ υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση συντροφικότητας, συνεργασίας, σεβασμού της προσωπικότητας  δεν απορρέει και υποχρέωση εκπλήρωσης των χρεών του άλλου συζύγου (οπότε θα είχαμε εκπλήρωση από τρίτον κατ’ άρθρον 317 ΑΚ), όπως άλλωστε προκύπτει και από το άρθρο 1397 ΑΚ περί της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων (βλ. σχετικά  Κουνουγερη-Μανωλεδακη, Οικογενειακό Δίκαιο, τεύχος Ιβ, 2003, σελ. 233, όπου αναφέρεται ότι ο καθένας ευθύνεται ατομικά για τα χρέη του). Είναι διαφορετικό το ζήτημα της κατ’ άρθρον 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις δυνάμεις του καθενός συζύγου, πλην όμως εκεί οι οικογενειακές ανάγκες ταυτίζονται εννοιολογικώς με την υποχρέωση διατροφής της οικογένειας (αγορά ή ενοικίαση οικίας, τροφή, ντύσιμο, ιατρική περίθαλψη, ψυχαγωγία, μόρφωση κλπ.) (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ Ε, άρθρο 216 πλ. αρ. 1, σελ. 216, Κουνουγέρη-Μανωλεδακη, Οικογενειακό Δίκαιο, τεύχος Ιβ, 2003, σελ. 204).  Από το συνδυασμό των παραπάνω λοιπόν προκύπτει ότι κατ’ αρχήν ο εγγυητής άνεργος σύζυγος (ή γενικώς ο σύζυγος χωρίς επαρκή εισοδήματα) που κατά το χρόνο παροχής της εγγύησης, παραιτούμενος από την ένσταση δίζησης, δεν είχε ατομικά εισοδήματα και ήλπιζε ότι ο δανειστής θα στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη άλλου συζύγου,  βρισκόταν σε ενδεχόμενο δόλο ως προς την αδυναμία πληρωμών στην οποία περιήλθε. Το ζήτημα ωστόσο διαφοροποείται όταν  πρόκειται για ανάληψη δανειακών συμβάσεων από τον έναν σύζυγο ως πρωτοφειλέτη και από τον άλλον ως εγγυητή προς κάλυψη τρεχουσών  οικογενειακών αναγκών διατροφής (όπως στέγαση, ένδυση κλπ.), οπότε ευλόγως ο άνεργος εγγυητής σύζυγος αναμένει ότι σε περίπτωση που ο δανειστής στραφεί εναντίον του πριν να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και οικονομικά εύρωστου άλλου συζύγου, θα έχει την οικονομική συμπαράσταση αυτού του τελευταίου, ο οποίος έχει την υποχρέωση βάσει του 1389 ΑΚ να συνεισφέρει, είτε χορηγώντας στον εγγυητή σύζυγο τα χρήματα που βάσει των οικονομικών δυνάμεών του, του αναλογούν, ώστε ο εγγυητής σύζυγος να καταβάλει τα χρήματα στον δανειστή είτε καταβάλλοντας το χρέος ως τρίτος στον πιστωτή προς εκπλήρωση της αυτοτελούς υποχρέωσης του εγγυητή συζύγου του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση που αφορά ανάληψη χρεών προς κάλυψη τρεχουσών οικογενειακών αναγκών, ο ισχυρισμός του/της άνεργου/-ης συζύγου ότι ο/η άλλος σύζυγος κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών είχε εισοδήματα και επομένως νόμιζε ότι ο άλλος σύζυγος θα τον συνδράμει, αποκλείει το δόλο του οφειλέτη.

ΙV. Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρου ένατου άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (μεταβατικές διατάξεις Ν. 4335/2015) «Οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες μετά την 1.1.2016 αγωγές».  Κατά δε την παρ. 4 του ως άνω άρθρου «Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016». Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠολΔ (ως ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την νομοθετική τροποποίηση διά του ν. 4335/2015) τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν “όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως… τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές…”. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 3 ΚΠολΔ (ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας) «με την επιφύλαξη των υποθέσεων των μικροδιαφορών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την εκουσία δικαιοδοσία, δεν είναι υποχρεωτική η προφορική προβολή των κατ’ ιδίαν  ισχυρισμών αλλά αρκεί η αναφορά στις προτάσεις.

  1. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων 232 παρ. 1 περ.β ΚΠολΔ και 744 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην εκουσία δικαιοδοσία όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα,το δικαστήριο δικαιούται αυτεπαγγέλτως να ζητήσει εγγράφως από δημόσια αρχή την προσαγωγή ή αποστολή εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή της και να απευθύνει προς αυτήν ερώτημα (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμ ΚΠολΔ, τομ. Δ, 1996, αρθρο 744, πλ. α. 5, σελ. 414, Β. Μπρακατσούλα, Εκουσία Δικαιοδοσία, 2002, σελ. 102, 140). Η δημόσια αρχή υπέχει υποχρέωση, βάσει των αρχών του διοικητικού δικαίου,  αποστολής του εγγράφου (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τομ. Β, 1994, αρθρο 232, πλ. α. 7, σελ. 107).

Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, όπως αυτές αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση και εκθέτοντας την οικογενειακή και περιουσιακή κατάστασή της, ζητεί να γίνει δεκτή αυτή, να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί αυτό κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν. 3869/10, με τη συγκατάθεση των πιστωτών, ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, επικουρικά, να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών της κατ’ αρθρ. 5 παρ. 2 του ίδιου νόμου, να εξαιρεθεί από την εκποίηση το περιγραφόμενο στο δικόγραφο ακίνητο, το οποίο χρησιμεύει ως κατοικία δική της και των τέκνων της και το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στο σύζυγό της, να αναγνωριστεί ότι θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο της οφειλής της μετά την τήρηση εκ μέρους της δικαστικής ρύθμισης και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση, παραδεκτώς και αρμοδίως φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο ως το δικαστήριο του τόπου κατοικίας της αιτούσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν. 3869/2010). Παραδεκτά δε εισάγεται προς συζήτηση μετά την νομότυπη κλήτευση της μετέχουσας πιστώτριας. Η αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 ν.3869/2010, είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1,4,5,8, 9 και 11 του ν. 3869/2010 πλην των αιτημάτων α) περί  αναγνώρισης της απαλλαγής από τα χρέη σε περίπτωση τήρησης της δικαστικής ρύθμισης των χρεών διότι το αίτημα αυτό αποτελεί κατ’ άρθρον 11 ν. 3869/2010 αντικείμενο άλλης δίκης που θα ανοιχθεί μετά το χρόνο καταβολής των πληρωμών όπως αυτές θα ρυθμιστούν με την δικαστική απόφαση β) περί διάσωσης της κατοικίας της διότι αυτή ανήκει κατά κυριότητα στον σύζυγό της και γ) και του αιτήματος περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης διότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β΄ ν. 3869/2010, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Κατά τα λοιπά πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η μετέχουσα πιστώτρια προβάλλει με τις έγγραφες Προτάσεις την ένσταση ύπαρξης δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας. Εξάλλου, οι διάδικοι συμφωνώντας προέβαλαν προφορικά τη φράση ότι η υπόθεση «θα συζητηθεί εξ εγγράφων». Η φράση αυτή κατ’ εκτίμηση του παρόντος Δικαστηρίου εμπεριέχει και το στοιχείο της αναφοράς στις έγγραφες Προτάσεις που κατατέθηκαν επί της έδρας. Άλλωστε, η συμφωνία των διαδίκων για συζήτηση της υπόθεσης «εξ εγγράφων» υποδηλώνει ότι αμφότεροι έλαβαν γνώση των ισχυρισμών που εμπεριέχονται στις έγγραφες Προτάσεις του αντιδίκου τους. Συνεπώς, η  ένσταση δόλου είναι παραδεκτή, νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 ν. 3869/2010 και πρέπει περαιτέρω να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα.

Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απ’ όσα οι ίδιοι οι διάδικοι ρητώς ή εμμέσως συνομολογούν, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη, από την αυτεπάγγελτη έρευνα γεγονότων (744 ΚΠολΔ) και από τη διαδικασία γενικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε στις ….-….-1980. Ήταν παντρεμένη με τον …. με τον οποίο διαζεύκτηκαν το έτος …… Ο πρώην σύζυγός της σήμερα βρίσκεται στην …… [ξένη χώρα] και η αιτούσα έχει μείνει στην Ρόδο μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους, διαμένοντας στο σπίτι ιδιοκτησίας του πρώην συζύγου της. Κατά  το έτος 2005 ο σύζυγος της αιτούσας ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις (στεγαστικό δάνειο) ύψους 110.000 ευρώ προς απόκτηση οικίας από την μετέχουσα στη δίκη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ..  Η αιτούσα ανέλαβε έναντι της τράπεζας τις ως άνω δανειακές υποχρεώσεις ως εγγυήτρια παραιτούμενη της ένστασης διζήσεως. Η ως άνω δανειακή σύμβαση συνήφθη προς απόκτηση κύριας κατοικίας για την στέγαση της οικογένειας ήτοι προς κάλυψη τρεχουσών οικογενειακών αναγκών. Συνεπώς, για την διερεύνηση της ύπαρξης του στοιχείου του δόλου κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, κρίσιμο στοιχείο αποτελούν τόσο τα εισοδήματα της αιτούσας συζύγου όσο και τα εισοδήματα του συζύγου αυτής, από τον οποίο ευλόγως η αιτούσα ανέμενε οικονομική συνδρομή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον, επρόκειτο οι αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις αφορούσαν την απόκτηση κύριας κατοικίας προς διαμονή της οικογένειας.  Ωστόσο, από την αιτούσα προσκομίζονται το Ε1 και εκκαθαριστικό της ιδίας και του συζύγου της για τα εισοδήματα έτους 2011 (οικονομικό έτος 2012) και το Ε1 και εκκαθαριστικό της ιδίας για τα εισοδήματα έτους 2012 (οικονομικό έτος 2013) και για τα εισοδήματα έτους 2014 (φορολογικό έτος 2014).

Κατόπιν αυτών, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να ζητηθεί, επιμελεία την αιτούσας, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ρόδου η προσαγωγή των Ε1 και του εκκαθαριστικού σημειώματος για τα εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της που αφορούν τα έτη 2005 (οικονομικό έτος 2006) έως και το  έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011), προκειμένου το Δικαστήριο αφενός να λάβει γνώση του ύψους των εισοδημάτων της αιτούσας και του συζύγου της κατά το χρόνο λήψης των δανείων και έκτοτε αφετέρου να διερευνηθεί η ύπαρξη δόλου κατά το χρόνο ανάληψης της εγγύησης από την αιτούσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να ζητηθεί (επιμελεία της αιτούσας) από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ρόδου η προσαγωγή των Ε1 και του εκκαθαριστικού σημειώματος για τα εισοδήματα της αιτούσας ….. και του συζύγου της …… που αφορούν τα έτη 2005 (οικονομικό έτος 2006) έως και το  έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011)

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Ρόδο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις ……………………………. χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους.

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                                         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ